Wednesday, 9 April 2008

London calling


Πρώτη στάση στο Grail’s για την καλύτερη blueberry pie της πόλης. Θυμήθηκα την τελευταία ταινία του Καρ-Βάι. Τις εικόνες. Τα χρώματα.Κι ας μην ήταν τόσο καλή όσο οι προηγούμενες.


Μαρμελάδα σε βαζάκι για το σπίτι και πάλι στον δρόμο. Προσπερνώ κάτι Έλληνες τουρίστες που μιλούν δυνατά σε ένα κατά τα άλλα ήσυχο απόγευμα και σχολιάζουν πώς θα διακοσμήσουν το σπίτι τους με όλα αυτά τα πράγματα που αγόρασαν.


Σε ένα μαγαζάκι πουλάνε μια πυξίδα, με επίχρυσες λεπτομέρειες και ωραίο ξύλινο κουτάκι. Μ’αρέσουν τα πολύχρωμα σπίτια στην Portobello Rd.


Επόμενη στάση Green Park, πεινάω και παίρνω sushi to go. Μ’αρέσει που σε αυτή τη πόλη δεν σου δημιουργούν τύψεις επειδή δοκιμάζεις κάτι λιγότερο ελληνικό από τα κεφτεδάκια της μαμάς σου. Καταραμένες μόδες. Καμιά φορά νομίζω ότι όλο παραπονιέμαι. Διασχίζω το πάρκο. Βλέπω ένα σκιουράκι να πηδάει σε κάτι κλαδιά. Και ανθρώπους στο γρασίδι.


Μια κοπέλα διαβάζει. Μια άλλη κάνει κάτι ασκήσεις. Μια κυρία φαίνεται να κοιμάται. Ένα ζευγάρι χαίρεται τον ουρανό. Αρχίζει να σουρουπώνει και σε μερικά σημεία είναι μωβ. Περνάω το Παλάτι και μπαίνω στην άλλη πλευρά του Πάρκου. Έχει ήδη νυχτώσει και ακούω τις πάπιες. Μακάρι να ήξερα τι λένε όταν ο κόσμος λιγοστεύει και έχει ησυχία.


Ένας άντρας με προσπερνά βιαστικά και αφήνει πίσω του μια μυρωδιά μαριχουάνας.


Κάτι ξέρει. Παίρνω την Great George st. και φτάνω στο Westminster Abbey. Πρώτη φορά το βλέπω από τόσο κοντά. Λογικό είναι οι άνθρωποι να φοβούνται τον Θεό αν οι εκκλήσιες είναι έτσι. Απέναντι το Κοινοβούλιο. Και σκηνές στο πεζοδρόμιο. Άνθρωποι διαμαρτύρονται για την συμμετοχή της χώρας στο πόλεμο στο Ιράκ.


Ένας κύριος με παπιγιόν και κλασσικό βρεταννικό σακάκι με ουρά προχωρά δίπλα. Αδιάφορα.


Μ’αρέσουν αυτά τα σακάκια.


Διασχίζω την Westminster Bridge και στέκομαι στη μέση. Από τη μία βλέπω το ποτάμι και θυμάμαι την Ρ. στο κατάστρωμα ενός πλοίου που μάς πήγαινε στην Αμοργο. Από την άλλη βλέπω το London Eye και θυμάμαι πόσο φοβάμαι το ύψος, ακόμη. Και τον Κ. στον Πύργο του Άιφελ να μου λέει ότι όλα θα πάνε καλά.


Δεν συνεχίζω αλλά γυρνάω πίσω και στρίβω στην Whitehall st. Βλέπω όλα τα αγάλματα διαφόρων στρατηγών (ή κάτι τέτοιο, δεν είμαι καλός σε αυτά) και σκέφτομαι το παλιό μεγαλέιο της αυτοκρατορίας τους, γα το οποίο μερικοί καμαρώνουν ακόμη. Μόνο 50 χρόνια έχουν περάσει.


Φτάνω επιτέλους στο Covent Garden, ανακαλύπτω το Tutton και μια υπέροχη σάλτσα με κρέμα γάλακτος, γιαούρτι και σέλινο. Α, και σπανάκι. Ποτό στο, Bellucci’s με James και το μισό μπαρ να τραγουδάει System of A Down. Πάλι στο μετρό για να γυρίσω σπίτι. Προφανώς έχουν μόλις τελειώσει οι παραστάσεις στα γύρω θέατρα και έχει μεγάλη ουρά για να μπούμε στο μετρό. Τριγύρω, ηλικιωμένα ζευγάρια, υπομονετικά και χωρίς γκρίνια, ζευγάρια, φοιτητές της LSE, μια γυναίκα στα 40, όμορφη όπως ποτέ ίσως. Ακυρώνω την Oyster μου και μπαίνω. Βολική καρτούλα, αν και οι Βρεταννοί βρήκαν τρόπο να χρησιμοποιήσουν και αυτή ακόμη για να ελέγχουν τον φόβο πολλών κατοίκων.Κατεβαίνω αμέτρητα σκαλία μέχρι την αποβάθρα. Εκεί ένα αγόρι με μια θήκη μουσικού οργάνου πιάνει κουβέντα σε μια κοπέλα που κάθεται δίπλα. Μιλάνε σε όλη την διαδρομή, μέχρι που το αγόρι κατεβαίνει. Δεν ζήτησε τηλέφωνο ή κάτι αντίστοιχο αλλά φάνηκαν και οι δύο πολύ χαρούμενοι.
Υπάρχει ακόμη ευτυχώς μια έλλεψη καχυποψίας. Και ο άλλος δεν νομίζει ότι του την πέφτεις αν απλά πεις μια κουβέντα.


Φτάνω σπίτι, πρόλαβα και το λεωφορείο. Κάθομαι λίγο στο παράθυρο και κοιτάω τα λουλούδια που πήρα. Έχουν ανθίσει και έχουν ξεπετάξει κάτι όμορφα ροζ άνθη.


Και μυρίζουν. Άνοιξη.

Αναμνήσεις από ένα ταξίδι


Κάθομαι, στο παράθυρό μου, χωρίς να μιλάω.
Με ποιον άραγε στο άδειο μου δωμάτιο;
Σε αυτό το παράθυρο, καθρεπτίζομαι, μα ,
- γελιέμαι – βλέπω εσένα.

Με φαντασία, με το μάγο οινόπνευμα,
Θα βλέπω τα χείλη αυτά, θα τα αγγίζω, θα είμαι κοντά.
Θα αφήνομαι να παρασυρθώ στη γλύκα του κορμιού σου.
Στην άσεμνη αυτή επιθυμία.

Τώρα, το πρόσωπο, η φωνή σου, ηχούν μέσα μου.
Το παράθυρο αυτό θαμπώνει, σαν να είσαι πίσω του.
Αλλά μένεις εκεί.

Η βροχή μου θυμίζει ότι η διακοπή της ηρεμίας δεν ήσουν εσύ.
Γιατί;
Θα γύρω, να ξανάρθεις.
Για τους φυλακισμένους του πνεύματος – τι ανόητοι –
ένα γράμμα αφήνω – Β – σαν ανομολόγητο όνειρο.

Sunday, 30 March 2008

Απολογισμός καλοκαιριού- Ιούνιος


Ι
Ξύπνησες νωρίς από
Της τιμωρίας τον ύπνο, Φαίδρα.

Κι η ζωή,
Ζητά τα απολεσθέντα.
Τη ξεγέλασε το περίτεχνο νανούρισμα
Της αγκυροβολημένης
Στη φεγγαράδα βάρκας.

Κόπηκε το σχοινί
Του μεταξιού, και
Στο ασημί πέλαγος, χάθηκε.
Σελήνη τριών ημερών,
Ταξίδι απείρου χρόνου,
Προορισμός, ποιος να ξέρει;
Ο πεχλιβάνης του ονείρου μας
Αποφασίζει.

Ένα σημάδι μόνο,
Στον αέρα.
Σήματα ενός άγνωστου κώδικα.
Έψιλον, ρω, ωμέγα, ταυ, άλφα, σίγμα,
Τελικό και μοιραίο.
Όχι αγάπη.

Και στο βάθος αναβλύζουν
Η Αμοργός, η Αλόννησος, η Αστυπάλαια,
Στο άρμα του ήλιου δεμένες,
Κι εμείς ακόλουθοι
Στο χορό της λύρας του Φοίβου.

ΙΙ

Δύο αστέρια είδα απόψε,
Νέα στη γειτονία της ματαιότητας.

Αναρωτήθηκα τι είναι,
Και τότε,
Η θέση άλλαξε και είδα.
Ο δέκατος θαμώνας
Της παρέας της γλώσσας,
Φανερώθηκε.

Από καιρό αναμενόμενη επίσκεψη
Από αποστολέα γνωστό,
Αποδέκτη σε αναμονή,
Μα διεύθυνση άγνωστη.

Ποιο τυχερό χώμα
Πατά το πόδι σου
Και σβήνει πίσω του η ιστορία;

Ποια θάλασσα ταξιδεύει τη μορφή σου,
Τη σχηματισμένη από
Ρόδα, ηλιοβασιλέματα και γιασεμιά;

Ποιος άνεμος μάζεψε
Τα χαμένα πια κομμάτια
Της απύθμενης αβύσσου της μοίρας,
Και σε ένωσε;

Απολογισμός καλοκαιριού- Ιούλιος


Στη κουπαστή του πλοίου
Όλα στη θέση τους:
Τα όνειρα, οι ελπίδες,
Οι ταξιδευτές του απείρου.

Νύχτα στο Αιγαίο,
Θήρα, Ίος, Πάρος, Σίφνος, Δήλος,
Το δρομολόγιο
Της αιωνιότητας.

Αυτή είναι η μυρωδιά
- η μυρωδιά του γαλάζιου -
που αναβλύζει ο μικρός ναυτίλος
καθώς ταξιδεύει.
Την αναγνωρίζω.

Είσαι κι εσύ εκεί και
Τριγυρνάς,
Για να σε έχω κοντά μου,
Παίρνεις μορφή
Από τη μυρωδιά των υακίνθων
Και της βουκαμβίλιας
Του κήπου του Αιγαίου.

Και ο αέρας σε ξανασκορπίζει,
Κι εγώ,
Στο κυνήγι του δικού μου μονόκερω.

Απολογισμός καλοκαιριού- Αύγουστος


Το βράδυ απόψε είναι γλυκό.
Βοηθάει κι ο βοριάς,
Που κουβαλά τη θύμησή σου,
Αφού εσύ, να μην απαντήσεις
Αποφάσισες.

Αποφάσισες, την ευχή για αντάμωμα
Να πάρεις πίσω,
Σαν ελαττωματικό κομμάτι
Της μηχανής που θα
Μας βοηθούσε την άβυσσο να διασχίσουμε.
Την ίδια άβυσσο που τώρα μας χωρίζει.

Το εμείς, τελικά,
Πληθυντικός του εγώ.
Απλή γραμματική
Που κατάργησες με τα μάτια.

Μάτια χωρίς βλέμματα,
Γιατί λείπουν οι προθέσεις
Ταξίδι για τα ψέματα.

Είκοσι χρόνια πίστευα
Ότι πόνος είναι η προσμονή.
Είναι η άφιξη.

Με του χρόνου το συμπαγές το είναι,
Βάφω με χρώματα τη μέρα που ξυπνά
Για να θυμάμαι.
Τρίτη μέρα που ξεχνάς.

Thursday, 20 March 2008

Σκέψεις μπροστά σε έναν πίνακα


Κατέβηκα μόνος
Στη λίμνη της λήθης,
Χωρίς τη βαριά Πανοπλία του έρωτα.


Και συνάντησα μια νεράιδα Νεκρή στην όχθη
Με το φόρεμά της να απλώνεται
Και σαν γοργόνα να τη δένει στο νερό.


Και ο αέρας της έλεγε τραγούδα,
Μα δεν ξυπνούσε,
Και το νερό της έλεγε μίλα,
Μα δεν σάλευε,


Και η λίμνη της έλεγε ξύπνα,
Μα δεν αποκρινόταν,
Και ο βυθός της έλεγε σήκω,
Μα δεν απαντούσε.


Και τότε αναρωτήθηκα :‘ μπορεί το λογικό της να είναι θνητό

σαν τη ζωή μιας μανόλιας;’

και άκουσα να λέει: ‘ πέθανα για την αλήθεια κι είμαστε αδέλφια,

αφού πέθανες για τον έρωτα,

σώπασε. ‘

Τρίτη νύχτα


Τα γράμματα είναι έρημα, ανάστατα.
Μωβ, γεμάτα αίμα.

Η φωνή σου, αχ, κι αυτή μες στο αίμα,
Σαν νεογέννητο βρέφος
Μόνο αυτή έχεις να σε προσέξω
( κι αν σε προσέξω, θα ξεχαστώ
και θα γύρω πλάι στο χέρι σου
που δεν συγχωρεί,
και τα μάτια θα ξεκουράσω
και θα σε βλέπω μπρος μου
θα καταλάβεις ότι ψάχνω τη
ρωγμή σου να βρω,
μέσα σου να μπω ).

Και θα μου θυμίσεις τον άλλον,
Γιατί ρωτώ,
Διαβρωμένο κρανίο, διαφυγούσες σκέψεις
Τα χρόνια που έρχονται
Μέχρι τον επαναπατρισμό της
Βαρβαρότητας σου.

Απαρηγόρητος εγώ, να ξεφλουδίζω την αλήθεια.
Σαν πρόσωπο δώδεκα χρόνων, αμόλυντο,
Στη πρώτη ανάγνωση όμως,
Ψέμα να κρύβει τον θόλο διασχίζοντας
Σε διχάλα αναγνωριστικής διαδρομής.