Friday, 28 October 2011

Road to Istanbul


Στο αεροδρόμιο της Πόλης (ας μού επιτραπεί να τη λέω έτσι) νοιώθω για πρώτη φορά ότι είμαι εκτός ΕΕ μιας και πρέπει να περιμένω στην ουρά για τις άλλες εθνικότητες για να μού ελέγξουν το διαβατήριο. Στην έξοδο παίρνω το λεωφορείο για το κέντρο το οποίο κολλάει δύο ώρες σε μια απίστευτη κίνηση αλλά κάποια στιγμή περνάει πάνω από τον Κεράτιο και δεξιά βλέπω για πρώτη φορά την Αγία Σοφία, φωτισμένη. Δεν το πιστεύω ότι είμαι πραγματικά στη πόλη.

Η πρώτη προσπάθεια να βρω το δρόμο για το ξενοδοχείο αποτυγχάνει και με την Α καθόμαστε στην Ταξίμ, κάτω, πιστεύοντας ότι δεν θα βρούμε ποτέ τον δρόμο. Τον βρίσκουμε όταν ένας τούρκος μας βλέπει σε κάτι σοκάκια, προφανώς χαμένους και προφανώς από άλλη χώρα και βλέπει τη διεύθυνση και μας πάει μέχρι την πόρτα του. όπως θα βλέπαμε τις άλλες μέρες αγγλικά δεν πολυμιλάνε οπότε χρησιμοποιούμε κυρίως την νοηματική (και την ελληνική αφού πολλοί την μιλούν).

Συναντάμε την Χ αφού ήλθε με άλλη πτήση, από άλλο μέρος της Ευρώπης και αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι ειμαστε πάλι όλοι μαζί και μάλιστα στην Πόλη (λόγω πιθανής σχέσης, θα ήθελα να συνεχίζω να τη λέω έτσι, ευχαριστώ). Στο δρόμο του ξενοδοχείου μας βλέπω παιδάκια να παίζουν στο δρόμο, γυναίκες να απλώνουν ρούχα σε σχοινιά στον δρόμο και παραδοσιακά καφενεία όπου μόνο οι αντρες μπορούν να μπουν.

Την άλλη μέρα περπατώντας φτάνουμε στον Κεράτιο με τους ψαράδες να έχουν καταλάβει τις δύο γέφυρέ του. Στις ακτές του πουλάνε ψάρια ή τα ψήνουν επί τόπου και φτιάχνουν σαντουιτς. Στο δρόμο η Πόλη μυρίζει υπέροχα, μυρωδιές που θυμάμαι από όταν ήμουν παιδί, και έκανα διακοπές στην ελληνική ύπαιθρο.

Στην Αιγυπτιακή αγορά βρίσκουμε εμπόρους που μάς μιλούν ελληνικά και μάς λένε πόσο καλοί άνθρωποι είμαστε. Τόσες μέρες είχαμε την εντύπωση ότι οι Τούρκοι έχουν ξεπεράσει αυτά τα θέματα που έχουμε εμεις μαζί του και χαίρονται όταν πηγαίνουμε εκεί. Στην ίδια αγορά βρίσκω σουντζουκάκια με μούστο και καρύδια που έφτιαχνε η γιαγιά μου κάθε Σεπτέμβρη όταν ήμουν παιδί και είχα να φάω κάτι τέτοιο από τότε. Θυμάμαι ακόμη το ύφος ηλίθιας χαράς που πήρα όταν το βρήκα μετά από 16 χρόνια.

Στην Αγία Σοφία ανυπομονούσα να μπω, από το σχολείο, όχι ότι ένοιωσα πότέ κάτι θρησκευτικό αλλά ήθελα να τη δω για πολιτιστικούς λόγους. Στον παλιό Ιππόδρομο που έψαχνα μετά μανίας να εντοπίσω βλέπω επιτέλους τη στήλη με τα ερπετά που ήταν κάποτε στους Δελφούς.

Τη νύχτα πόλη αλλάζει και γίνεται μια πανέμορφη πρωτεύουσα με πολύ κόσμο έξω, δυνατή μουσική η οποία ακούγεται μαζι με τον ιμάμη που καλέι τον κόσμο σε προσευχή. Έχει κάτι ευχάριστο αυτό, και παράξενο ταυτόχρονα. Στο 360 πίνουμε κρασί με θέα τον Βόσπορο σε ένα μπαρ που στην Αθήνα μάλλον θα έιχε γίνει 'δήθεν' ενώ σε μικρά σοκάκια βρίσκουμε όμορφα μαγαζιά, καλό φαγητό, γατιά παντού, ακόμη και ένα στένσιλ με τη μορφή του Α Γρηγορόπουλου και μια λέξη στα τουρκικά.

Τις περισσότερες φορές ο δρόμος μάς βγάζει στον Βόσπορο, είναι παράξενη η αίσθηση ιστορίας που σού δίνει αυτή η λωρίδα θάλασσας. Διασχίζοντάς την φτάνουμε στην ασιατική πλευρά η οποία είναι πιο παραδοσιακή και λιγότερο κοσμοπολίτικη από την ευρωπαική. Με τη χαρά των ανθρώπων που πατάνε για πρώτη φορά σε ασιατικό έδαφος, χανόμαστε και βρίσκουμε μια αγορά με φαγητό και αντίκες. Ανακαλύπτω ένα είδος χαλβά που έφτιαχνε η προαναφερθείσα γιαγιά μου αλλά που κανένα από τα παιδιά ή τα εγγόνια της δεν έμαθε να φτιάχνει. Κάποια στιγμή νοιώθω λες και μεγάλωσα με τούρκικο φαγητό αλλά φαντάζομαι αυτό είναι αναμενόμενο.

Νομίζω γυρνάμε με ανακούφιση στην άλλη πλευρά και κάνουμε βόλτα στα βιβλιοπωλεία και τις αντικερί. Ανακαλύπτουμε παλιά βινυλια, δίσκους της Καραίνδρου, από κάπου ακούγεται η μουσική από τον Μελισσοκόμο, από κάπου αλλού η μελωδία από τη Ξενιτιά της Αρβανιτάκη, και όλα ταιριάζουν απόλυτα με την Ιστικλάλ, έναν κεντρικό πεζόδρομο της πόλης, στον οποίο ακούς ελληνικά ορχηστρικά τραγούδια, τον ιμάμη αλλά και μοντέρνα αγγλόφωνα ή τουρκικά που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι τα τραγούδια που ακούγονται στα μπουζούκια. Φαγητό, μουσική, συνήθειες και νοοτροπία, φυσιογνωμία, πολλές ομοιότητες με τους κατοίκους μιας πόλης οι οποίοι μάς φάνηκαν ευγενικοί χωρίς υποκρισία και έτοιμοι να δεχτούν την παράδοσή τους με τις επιρροές της νέας τάξης.

Το τελευταίο βράδυ το παιρνάμε τρώγοντας κάστανα και δοκιμάζοντας τούρκικο κρασί και την άλλη μέρα γυρνάω στο Λονδίνο με λιγότερη χαρά από όση συνήθως και ελπίζω να επιστρέψω να δω και να μυρίσω όσα δεν πρόλαβα.

2 comments:

Zero Point said...

Το περιγράφεις τόσο ήρεμα και ωραία, που και τώρα έπαιρνα αεροπλάνο και κατηφόριζα. Όχι βέβαια πως δεν έχω έτσι κι αλλιώς την ανάγκη να πάω! Γλυκά μας έφερες...;;; χαχα!

Ο Μικρός Ναυτίλος said...

να πάρεις, από το νησί είναι και φτηνά! δεν έφερα τίποτα ομολογώ γιατί κάτι με έπιασε και ήθελα να τα αφήσω όλα εκεί (τα κουλά τα δικά μου).